Κάθε τοίχος και σοβάς περιέχει ένα συγκεκριμένο ποσό υγροσκοπικών αλάτων ακόμη και μετά την αφύγρανση, τα οποία έλκουν την υγρασία, όπως και άλλα είδη αλάτων (π.χ. άλατα εδάφους). Αυτά τα άλατα “παρασύρθηκαν” μέσω της μόνιμης ανοδικής τριχοειδούς υγρασίας από το έδαφος ή τους τοίχους. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στη ζώνη εξάτμισης του σοβά του τοίχου ή στη βαφή. Ακόμη και αν ο τοίχος στεγνώσει εσωτερικά, ο παλιός σοβάς που περιέχει άλατα εμφανίζεται υγρός (υγροσκοπική υγρασία).

Ο λόγος που εμφανίζεται υγρός είναι πως τα άλατα έχουν την ιδιότητα να διογκώνονται όταν κρυσταλλοποιούνται, να σκάνε τον σοβά και στη συνέχεια να απορροφούν την υγρασία της ατμόσφαιρας. Όταν συμβαίνει αυτό υγροποιούνται ξανά και αποκτούν την υγρή όψη που βλέπουμε. Τα άλατα πρέπει να απομακρυνθούν από την τοιχοποιία αφαιρώντας τον παλιό σοβά και εφαρμόζοντας πριν το νέο σοβά έναν αδρανοποιητή αλάτων. Με αυτόν τον τρόπο όσα άλατα έχουν απομείνει στην τοιχοποιία θα παραμείνουν εκεί ανενεργά και δεν θα δημιουργήσουν πρόβλημα στο νέο σοβά.

Αφού πραγματοποιηθούν τα συνοδευτικά μέτρα, για την εξάλειψη των παραγόντων που προκάλεσαν την υγρασία και χρησιμοποιηθούν οι σωστές τεχνικές ανάπλασης, το ποσοστό της υπολειμματικής υγρασίας στους τοίχους δεν πρέπει να ξεπερνά το 20%, σύμφωνα με τον Αυστριακό κανονισμό.

Παράδειγμα:
Ένας πλίνθος θεωρείται πλήρως εμποτισμένος με νερό,όταν το 25% του βάρους του είναι νερό. Η μέγιστη αποδεκτή υπολειμματική υγρασία είναι 5% του βάρους του πλίνθου.